Διπλή αναβάθμιση για την Ελλάδα από Scope και Moody’s – Το μήνυμα Πιερρακάκη
Διπλό θετικό μήνυμα για την ελληνική οικονομία έστειλαν το βράδυ της Παρασκευής οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, με τη Scope Ratings να αναβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σε BBB+ και τη Moody’s να ανεβάζει τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές
Διπλό θετικό μήνυμα για την ελληνική οικονομία έστειλαν το βράδυ της Παρασκευής οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, με τη Scope Ratings να αναβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σε BBB+ και τη Moody’s να ανεβάζει τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές
Τη διπλή ψήφο εμπιστοσύνης στην Ελλάδα από Scope Ratings και Moody’s σχολιάζει ο υπ. Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης , κάνοντας λόγο για αναγνώριση της ανθεκτικότητας και αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας.
Σε δήλωσή του, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε: « Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται. Και αυτό έχει τεράστια αξία. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία. Επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Αναδεικνύουν, όμως, και μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή μας. Να αξιοποιούμε τη δημοσιονομική πρόοδο για να μειώνουμε ταχύτερα το δημόσιο χρέος, προχωρώντας σε πρόωρες αποπληρωμές. Αυτή η στρατηγική ενισχύει τη θέση της Ελλάδας και την κάνει πιο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα. Οι σημερινές αποφάσεις, όπως και η επιστροφή του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ανεπτυγμένες αγορές, είναι σημαντικές κατακτήσεις μιας πορείας που πρέπει να συνεχίσουμε. Με δημοσιονομική συνέπεια, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες ».
Ο Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης , με αφορμή τις ανακοινώσεις των οίκων Moody’s και Scope Ratings για την ελληνική οικονομία, υπογράμμισε: « Οι σημερινές ανακοινώσεις των οίκων Moody’s και Scope Ratings αποτελούν ακόμα μια διεθνή αναγνώριση των αντοχών και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας. Μια ακόμα πιστοποίηση της ορθότητας της αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσημο και δημοσιονομική σοβαρότητα που πιστά ακολουθούν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια ακόμα ψήφο εμπιστοσύνης στη μεταρρυθμιστική πολιτική που υλοποιείται και στο μετρήσιμο αποτέλεσμα που επιφέρει, ενισχύοντας ταυτόχρονα περαιτέρω την ίδια την αξιοπιστία της χώρας.
Η Ελλάδα, έχοντας πλέον εδραιώσει τη θέση της εντός της επενδυτικής βαθμίδας, παρά τους αντίθετους ανέμους που πνέουν διεθνώς, στον αντίποδα των κραδασμών που δέχονται ακόμα και παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες της υπόλοιπης Ευρώπης, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας, επιδεικνύει αξιοσημείωτη αντοχή και υγιή θεμελιώδη μεγέθη. Γεγονός που με τη σειρά του, επιτρέπει τη δημιουργία αναχωμάτων και τη συνέχιση της στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στις επιπτώσεις που δημιουργούν η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η ενεργειακή ρευστότητα.
Ωστόσο, δεν εφησυχάζουμε. Έχοντας πλήρη επίγνωση των δυσκολιών και του έργου που έχουμε μπροστά μας, με την ίδια σύνεση και αποτελεσματικότητα, επιταχύνουμε την υλοποίηση των μεγάλων αλλαγών που χρειάζεται ο τόπος. Αξιοποιούμε στο μέγιστο βαθμό, κάθε διαθέσιμο ευρώ από τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους που εξασφαλίσαμε. Συμβάλλοντας παράλληλα, από θέση ισχύος, στις αλλαγές που απαιτούνται σε επίπεδο Ε.Ε..
Στόχος μας παραμένει η περαιτέρω ενίσχυση μιας δυναμικής και ανθεκτικής οικονομίας, η στήριξη της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας, η προσέλκυση ακόμα περισσότερων ποιοτικών επενδύσεων, η δημιουργία ακόμα περισσότερων θέσεων εργασίας, η συνέχιση της μετατροπής του μερίσματος της ανάπτυξης σε κοινωνικό μέρισμα, τελικά, η μετουσίωση της συλλογικής προόδου σε ατομική ευημερία για κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα .»
Η Scope Ratings προχώρησε σε αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές, αναγνωρίζοντας κυρίως τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί στη δημοσιονομική θέση της χώρας και στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η νέα βαθμίδα τοποθετεί την Ελλάδα μόλις ένα σκαλοπάτι πριν από την κατηγορία Α και αποτυπώνει, σύμφωνα με τον οίκο, τη βελτίωση τόσο της δημοσιονομικής βιωσιμότητας όσο και της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται η ταχεία πτώση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Η Scope εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ στο βασικό της σενάριο προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση κοντά στο 110% έως το 2031. Πρόκειται για μια από τις ταχύτερες πορείες μείωσης χρέους μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, η οποία στηρίζεται στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, στις πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου χρέους, στην αύξηση των κρατικών εσόδων και στην ευνοϊκή σχέση μεταξύ ονομαστικής ανάπτυξης και κόστους δανεισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η Scope στις δημοσιονομικές επιδόσεις. Η Ελλάδα έκλεισε το 2025 με πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ η θετική εικόνα διατηρείται και το 2026 παρά το δυσκολότερο διεθνές περιβάλλον. Για φέτος ο οίκος αναμένει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,1%. Το πρωτογενές αποτέλεσμα προβλέπεται να υποχωρήσει στο 3,7% το 2027, καθώς θα αυξηθούν ορισμένες δαπάνες και θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια. Ακόμη και έτσι, όμως, η Scope εκτιμά ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να εμφανίζει από τις ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την περίοδο 2028-2031 προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα κατά μέσο όρο κοντά στο 3% του ΑΕΠ, επίπεδο που θεωρεί επαρκές για να συνεχιστεί η πτωτική πορεία του χρέους.
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί και η ιδιαίτερη δομή του ελληνικού δημόσιου χρέους. Περίπου το 70% βρίσκεται στα χέρια πιστωτών του επίσημου τομέα και συνοδεύεται από ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους βρισκόταν στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026. Την ίδια ώρα, η Ελλάδα διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε περίπου 13% του ΑΕΠ και λειτουργούν ως σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές. Η Scope εκτιμά ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν μεσοπρόθεσμα αισθητά χαμηλότερα από το 10% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 6,8% των κρατικών εσόδων την περίοδο 2026-2031.
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο οίκος εμφανίζεται περισσότερο θετικός αφορά τη σημαντική βελτίωση στην είσπραξη των φορολογικών εσόδων. Η ψηφιοποίηση, οι αλλαγές στη φορολογική διοίκηση και η ενίσχυση της συμμόρφωσης έχουν αυξήσει τον λόγο φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025. Ανάλογη είναι η εικόνα στον ΦΠΑ, με τα σχετικά έσοδα να έχουν αυξηθεί από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ. Για τη Scope, οι αλλαγές αυτές έχουν αποκτήσει πλέον διαρθρωτικό χαρακτήρα και ενισχύουν την ικανότητα του Δημοσίου να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στη συγκυρία.
Η δεύτερη βασική αιτία της αναβάθμισης είναι η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η πραγματική ανάπτυξη διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την τριετία 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το 2026 η Scope περιμένει ανάπτυξη 1,9% και για το 2027 1,7%. Η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στον τουρισμό, στις επενδύσεις και στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενώ ο οίκος σημειώνει ότι υπάρχουν πλέον περισσότερες ενδείξεις πως η ελληνική οικονομία είναι ανθεκτικότερη σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο. Κρίσιμος παράγοντας είναι η επενδυτική ανάκαμψη. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 η Ελλάδα είχε εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, σχεδόν το 70% των συνολικά διαθέσιμων πόρων. Τα κεφάλαια κατευθύνονται μεταξύ άλλων στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στην ψηφιοποίηση και στην πράσινη μετάβαση. Το μεγάλο στοίχημα, σύμφωνα με τη Scope, είναι οι επενδύσεις αυτές να οδηγήσουν σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας και σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Παρά τη νέα αναβάθμιση, ο γερμανικός οίκος καταγράφει τρεις βασικές αδυναμίες. Πρώτη είναι το ίδιο το επίπεδο του δημόσιου χρέους. Ακόμη και μετά την προβλεπόμενη μεγάλη αποκλιμάκωση, θα παραμένει υψηλό σε σύγκριση με οικονομίες αντίστοιχης ή υψηλότερης πιστοληπτικής βαθμίδας. Δεύτερη είναι το σχετικά περιορισμένο μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό, το οποίο η Scope εκτιμά περίπου στο 1,3%. Η γήρανση του πληθυσμού, η παραγωγικότητα, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη. Τρίτη μεγάλη αδυναμία είναι η εξωτερική θέση της χώρας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται να παραμείνει κοντά στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση βρισκόταν στο -142% του ΑΕΠ το 2025.
Λίγο μετά τη Scope ήρθε και δεύτερο θετικό μήνυμα, αυτή τη φορά από τη Moody’s. Ο αμερικανικός οίκος διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο Baa3, δηλαδή στο πρώτο σκαλοπάτι της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά αναβάθμισε το outlook σε «θετικό» από «σταθερό». Η κίνηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Moody’s έχει παραδοσιακά κινηθεί πιο συγκρατημένα από αρκετούς από τους υπόλοιπους μεγάλους οίκους ως προς την ελληνική οικονομία. Η αλλαγή των προοπτικών σημαίνει ότι η ισορροπία των κινδύνων μετατοπίζεται πλέον προς μια πιθανή νέα αναβάθμιση, εφόσον συνεχιστεί η πρόοδος σε δημοσιονομικό και αναπτυξιακό επίπεδο. Η Moody’s είχε επαναφέρει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, Baa3, και τώρα το θετικό outlook δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια μελλοντική κίνηση προς το Baa2.
Και στην αξιολόγηση της Moody’s, η δημοσιονομική εικόνα βρίσκεται στο επίκεντρο. Ο οίκος αναγνωρίζει τη συνεχιζόμενη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης. Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη σημασία στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και στην επενδυτική δραστηριότητα, εκτιμώντας ότι μπορούν σταδιακά να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας. Το τρίτο θετικό στοιχείο είναι η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της Ελλάδας απέναντι σε εξωτερικές αναταράξεις. Παρά το πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις υψηλότερες ενεργειακές τιμές, τα βασικά δημοσιονομικά και οικονομικά μεγέθη εξακολουθούν να εμφανίζουν αντοχές. Θετικά αξιολογείται επίσης η εικόνα του τραπεζικού συστήματος, το οποίο έχει αφήσει πίσω μεγάλο μέρος των προβλημάτων που χαρακτήριζαν την προηγούμενη δεκαετία.
Το θετικό outlook δεν προεξοφλεί αυτόματα αναβάθμιση. Δείχνει, όμως, προς ποια κατεύθυνση μπορεί να κινηθεί η Moody’s εφόσον επαληθευτούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους, η διατήρηση ισχυρών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και κυρίως η απόδειξη ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις μπορούν να αυξήσουν σε μόνιμη βάση την παραγωγικότητα και τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης αποτελούν βασικές παραμέτρους για μια μελλοντική αναβάθμιση. Παράλληλα, η Moody’s εξακολουθεί να βλέπει σημαντικές προκλήσεις. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, οι εξωτερικές ανισορροπίες είναι σημαντικές και η παραγωγικότητα εξακολουθεί να αυξάνεται με περιορισμένο ρυθμό. Μετά τις αποφάσεις Scope και Moody’s, ο κύκλος των φετινών αξιολογήσεων στρέφεται πλέον στα δύο επόμενα μεγάλα ορόσημα: τη Standard & Poor’s στις 23 Οκτωβρίου και τη Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Z.Papadakis--AN-GR