Athens News - Ύπνος και καθημερινότητα: Τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και το ανησυχητικό

NYSE - LSE
NGG -3.33% 83.15 $
RYCEF 0.3% 16.43 $
BCC -5% 70.24 $
CMSD -0.1% 20.15 $
CMSC -0.35% 20.05 $
RELX -3.19% 40.17 $
RBGPF 0% 75.17 $
RIO 0.68% 83.73 $
BCE -1.9% 21.62 $
GSK -0.16% 50.33 $
VOD -2.37% 15.58 $
BP -0.38% 44.53 $
AZN -0.23% 186.43 $
BTI -3.6% 60.89 $
JRI 1.81% 11.63 $
Ύπνος και καθημερινότητα: Τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και το ανησυχητικό
Ύπνος και καθημερινότητα: Τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και το ανησυχητικό

Ύπνος και καθημερινότητα: Τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και το ανησυχητικό

Η ψυχίατρος-υπνίατρος Πέρσα Παπαθεοδοσίου αναλύει στο Newsbomb τα σημάδια που υποδηλώνουν διαταραχές ύπνου, τονίζοντας ότι το κλινικό ενδιαφέρον εστιάζει στις αλλαγές στις ανάγκες και στην ημερήσια υπνηλία. Η ειδικός επισημαίνει επίσης τη σημασία του φωτός και της τεχνολογίας για τον βιολογικό ρυθμό.

Text size:

Ο ύπνος αποτελεί θεμέλιο λίθο της σωματικής και ψυχικής υγείας, ωστόσο στην εποχή της συνεχούς συνδεσιμότητας και των αυξημένων ρυθμών ζωής τείνει συχνά να υποβαθμίζεται. Από τη χρόνια αϋπνία έως την υπνική άπνοια, και από τη χρήση οθονών μέχρι τη στέρηση ύπνου λόγω καθημερινών απαιτήσεων, οι διαταραχές του ύπνου απασχολούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Για να κατανοήσουμε πότε ο ύπνος παύει να είναι φυσιολογικός και πότε γίνεται ανησυχητικός, η ψυχίατρος-υπνίατρος με μεταπτυχιακό στη Ιατρική του Ύπνου, Πέρσα Παπαθεοδοσίου, εξηγεί στο Newsbomb τα όρια μεταξύ της υγείας και της παθολογίας.

Η ειδικός τονίζει εξαρχής ότι δεν υπάρχει ένας απόλυτος αριθμός ωρών ύπνου που να ισχύει για όλους, καθώς πρόκειται για μια «ιδιαίτερα εξατομικευμένη βιολογική λειτουργία». Αν και οι περισσότεροι ενήλικες χρειάζονται μεταξύ 7 και 9 ωρών ανά νύχτα, υπάρχουν υγιείς άνθρωποι που κοιμούνται ελάχιστα λιγότερο ή περισσότερο. Το κρίσιμο κλινικό ερώτημα δεν αφορά τον απόλυτο αριθμό των ωρών, αλλά τις αλλαγές στις ανάγκες ύπνου ή την εμφάνιση έντονης ημερήσιας υπνηλίας.

Εάν ένα άτομο αρχίσει να χρειάζεται αισθητά περισσότερο ύπνο από ό,τι στο παρελθόν ή εμφανίζει επεισόδια υπνηλίας κατά τη διάρκεια της ημέρας – όπως σε μετακινήσεις, στην αναμονή ή ακόμη και μπροστά στην τηλεόραση – τότε συνιστάται αξιολόγηση από ειδικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να υποκρύπτεται κάποια διαταραχή ύπνου ή άλλο ιατρικό πρόβλημα που επηρεάζει την εγρήγορση.

Όσον αφορά τη σύγχρονη εικόνα των διαταραχών ύπνου, η Πέρσα Παπαθεοδοσίου επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα παθήσεων με διαφορετικά αίτια. Η αύξηση των διαγνώσεων τα τελευταία χρόνια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι διαταραχές έχουν αυξηθεί πραγματικά. «Σήμερα διαθέτουμε καλύτερα διαγνωστικά εργαλεία και μεγαλύτερη ενημέρωση τόσο των επαγγελματιών υγείας όσο και του κοινού», αναφέρει, κάτι που οδηγεί σε περισσότερες αναγνωρισμένες περιπτώσεις και πιθανώς δημιουργεί την εντύπωση μιας γενικευμένης αύξησης.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν συνολική άνοδο σε όλες τις διαταραχές ύπνου. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η αποφρακτική υπνική άπνοια, η αύξηση του σωματικού βάρους στον πληθυσμό φαίνεται να συμβάλλει στην υψηλότερη συχνότητα εμφάνισής της. Παράλληλα, ο σύγχρονος τρόπος ζωής παίζει καθοριστικό ρόλο: «μια κοινωνία που λειτουργεί σχεδόν επί 24ώρου βάσεως συχνά περιορίζει τον χρόνο που αφιερώνουμε στον ύπνο». Η πιο συχνή αιτία ημερήσιας υπνηλίας σήμερα δεν είναι μια σπάνια διαταραχή, αλλά η χρόνια στέρηση ύπνου λόγω ανεπαρκούς χρόνου στο κρεβάτι.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σχέση φωτός, τεχνολογίας και ύπνου. Το φως αποτελεί τον βασικότερο ρυθμιστή του βιολογικού μας ρολογιού. Οι οθόνες εκπέμπουν φως με υψηλή περιεκτικότητα σε μπλε φάσμα, το οποίο ο εγκέφαλος «διαβάζει» ως ένδειξη ημέρας. Ωστόσο, η επίδραση των οθονών δεν πρέπει να υπερεκτιμάται από μόνη της: η συνολική έκθεση στο φως κατά τη διάρκεια της ημέρας και η σταθερότητα του ημερήσιου προγράμματος συχνά έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη χρήση της συσκευής το βράδυ.

Επιπλέον, τονίζεται ο ρόλος του περιεχομένου. «Ένα έντονο επαγγελματικό email, μια αγχωτική είδηση ή η συνεχής ενασχόληση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αυξήσουν τη γνωστική και συναισθηματική διέγερση πριν τον ύπνο». Το ζήτημα δεν είναι μόνο το φως, αλλά και ο τρόπος χρήσης των οθονών και η ψυχολογική διέγερση που προκαλούν.

Στην κλινική πράξη, δύο είναι οι κυρίαρχες διαταραχές: η χρόνια αϋπνία και η αποφρακτική υπνική άπνοια. Η αϋπνία περιγράφεται ως δυσκολία στην έναρξη ή διατήρηση του ύπνου, ή πρόωρη αφύπνιση, με σημαντική επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής. Η υπνική άπνοια χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες διακοπές της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου, συχνά με ροχαλητό, μη αναζωογονητικό ύπνο και έντονη ημερήσια υπνηλία.

Η ειδικός αποφεύγει τον όρο «επιδημία» για τις διαταραχές ύπνου. «Σίγουρα αναγνωρίζουμε περισσότερα περιστατικά σε σχέση με το παρελθόν», σημειώνει, ωστόσο αυτό σχετίζεται τόσο με την αύξηση παραγόντων όπως η παχυσαρκία όσο και με τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού, που πλέον αναζητά πιο εύκολα βοήθεια.

Όσον αφορά τη βελτίωση του ύπνου χωρίς φαρμακευτική αγωγή, τονίζεται η ανάγκη σωστής αξιολόγησης. «Το πρώτο βήμα είναι να καταλάβουμε αν πράγματι υπάρχει πρόβλημα ύπνου που χρειάζεται αντιμετώπιση». Πολλοί άνθρωποι ανησυχούν υπερβολικά για τον ύπνο τους χωρίς να υπάρχει ουσιαστική διαταραχή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης τάσης αυτοβελτιστοποίησης. Η φαρμακευτική αγωγή δεν προορίζεται για τη «βελτίωση» ενός φυσιολογικού ύπνου, αλλά για συγκεκριμένες διαγνώσεις και ενδείξεις.

Παράλληλα, αναφέρεται στη ραγδαία ανάπτυξη της Συμπεριφορικής Ιατρικής του Ύπνου. Κεντρικό παράδειγμα αποτελεί η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία για την Αϋπνία (CBT-I), την οποία χαρακτηρίζει ως θεραπεία πρώτης γραμμής για τη χρόνια αϋπνία διεθνώς. «Θα απέφευγα να δώσω γενικές συμβουλές για τον ύπνο χωρίς να γνωρίζω ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κάθε άνθρωπος», καταλήγει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη εξατομικευμένης προσέγγισης.

R.Papakonstantinou--AN-GR